| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.836.929 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τσακώνω |
0,01 sec. |
|
|
τσακώνω يستَولي على popadnout gribe ergreifen seize agarrar tarttua saisir uhvatiti afferrare ぐいとつかむ 잡다 in beslag nemen beslaglegge chwycić apoderar-se схватить gripa ฉกฉวย yakalamak nắm lấy 查获
ρ μετβ οικ τσακώνω [tsa'kono] ρ μεσοπαθ τσακώνομαι [tsa'konome] καβγαδίζω se disputerse quereller Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|