| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.463.624 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τσαλακωμένος |
0,03 sec. |
|
τσαλακωμένος متغضن pomačkaný krøllet zerknittert creased arrugado rypistynyt froissé zgužvan spiegazzato 折り目をつけた 주름이 간 geplooid presset pofałdowany amarrotado мятый skrynklig อย่างย่น kırışık bị nhăn 有折痕的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|