| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.327.190 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τσιγάρο |
0,01 sec. |
|
τσιγάρο cigarette, fag cigarette cigarrillo cigarro سيجارة cigareta cigaret Zigarette savuke cigareta sigaretta 紙巻きタバコ 담배 sigaret sigarett papieros сигарета cigarett บุหรี่ sigara điếu thuốc lá 香烟 ουσ ουδ τσιγάρο [tsi'ɣaro] 1 επεξεργασμένα φύλλα καπνού τυλιγμένα σε χαρτί cigarette ένα πακέτο τσιγάρα un paquet de cigarettes Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|