| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.845.585 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τσιγάρο |
0,01 sec. |
|
|
τσιγάρο cigarette, fag cigarette cigarrillo cigarro سيجارة cigareta cigaret Zigarette savuke cigareta sigaretta 紙巻きタバコ 담배 sigaret sigarett papieros сигарета cigarett บุหรี่ sigara điếu thuốc lá 香烟 цигара סיגריה
ουσ ουδ τσιγάρο [tsi'ɣaro] 1 επεξεργασμένα φύλλα καπνού τυλιγμένα σε χαρτί cigarette ένα πακέτο τσιγάρα un paquet de cigarettes Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|