| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.459.312 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τσιμπιδάκι |
0,02 sec. |
|
τσιμπιδάκι hairpin, hairslide, tweezers ملاقط صغيرة pinzeta pincet Pinzette pinzas pinsetit pince à épiler pinceta pinzette ピンセット 족집게 pincet pinsett pinceta pinça пинцет pincett แหนบ cımbız cái nhíp 镊子 ουσ ουδ τσιμπιδάκι [tsimbi'ðaci] 1 μικρή λαβίδα για αποτρίχωση pince τσιμπιδάκι φρυδιών une pince à épiler 2 μικρό αντικείμενο που στερεώνει τα μαλλιά épingle τσιμπιδάκι για τα μαλλιά une épingle à cheveux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|