| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.846.368 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τσιμπιδάκι |
0,01 sec. |
|
|
τσιμπιδάκι hairpin, hairslide, tweezers ملاقط صغيرة pinzeta pincet Pinzette pinzas pinsetit pince à épiler pinceta pinzette ピンセット 족집게 pincet pinsett pinceta pinça пинцет pincett แหนบ cımbız cái nhíp 镊子
ουσ ουδ τσιμπιδάκι [tsimbi'ðaci] 1 μικρή λαβίδα για αποτρίχωση pince τσιμπιδάκι φρυδιών une pince à épiler 2 μικρό αντικείμενο που στερεώνει τα μαλλιά épingle τσιμπιδάκι για τα μαλλιά une épingle à cheveux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|