| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.385.763 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τσινάω |
0,03 sec. |
|
τσινάω ρ αμετβ τσινάω [tsi'nao] (για άλογο) κλοτσάω ruer (dans les brancards) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|