Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.844.857 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τσουλάω
(προωθήθηκε από τσουλώ)

0,02 sec.
τσουλάω ينزلق klouzat glide gleiten slide deslizarse liukua glisser kliziti scivolare 滑る 미끄러지다 glijden skli pośliznąć się escorregar скользить åka rutschkana ทำให้ลื่นถลา kaymak trượt 滑动
ρμετβ τσουλάω, τσουλώ [tsu'lao, tsu'lo]
σπρώχνω, σέρνω (faire) rouler(faire) glisser
Tσούλησα τη βαλίτσα μέχρι το αυτοκίνητο. J'ai roulé la valise jusqu'à la voiture.
ρ αμετβ τσουλάω
κυλάω rouler
Το καρότσι δεν τσουλάει. La poussette ne roule pas.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.