Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.858.178 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τυφλός

0,03 sec.
τυφλός blind aveugle ضرير slepý blind blind ciego sokea slijep cieco 目の見えない 눈 먼 blind blind ślepy cego слепой blind บังตา kör 盲目的 עיוור
επίθ α / θ / ουδ τυφλός, τυφλή, τυφλό [ti'flos, ti'fli, ti'flo]
1 που έχει χάσει την όρασή του aveugle
2 απόλυτος aveugle
τυφλή υπακοή une obéissance aveugleune docilité totale
στα τυφλά
χωρίς να βλέπω ή να καταλαβαίνω à l'aveuglette
επίρρ τυφλά [ti'fla] τελείως aveuglément
υπακούω τυφλά obéir aveuglément


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.