Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.172.726 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τυχερός
(προωθήθηκε από τυχερό)

0,02 sec.
τυχερός lucky, fortunate chanceux سعيد, محظوظ mít štěstí, šťastný heldig Glück haben, Glücks- afortunado onnekas sretan fortunato 幸運な, 運のよい 운 좋은, 운이 좋은 gelukkig heldig szczęśliwy felizardo, sortudo удачливый, удачный lyckosam, som har tur โชคดี, นำโชค şanslı may mắn 幸运的
επίθ α / θ / ουδ τυχερός, τυχερή, τυχερό [tiçe'ros, tiçe'ri, tiçe'ro]
1 που έχει τύχη chanceux/-euseveinard/-de
Κέρδισε γιατί είναι τυχερός! ll a gagné car il a eu de la chance !
2 που φέρνει τύχη porte-bonheur
τυχερός αριθμός un chiffre qui porte bonheur
3 που βασίζεται στην τύχη de hasard
τα τυχερά παιχνίδια les jeux de hasard


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.