| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.858.946 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τυχοδιώκτης |
0,01 sec. |
|
|
τυχοδιώκτης
ουσ α / θ τυχοδιώκτης, τυχοδιώκτρια [tixo'ðjoktis, tixo'ðjoktria] άτομο που εκμεταλλεύεται τις περιστάσεις για να προχωρήσει aventurier/-ière Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|