| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.261.911 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τυχοδιώκτης |
0,02 sec. |
|
τυχοδιώκτης ουσ α / θ τυχοδιώκτης, τυχοδιώκτρια [tixo'ðjoktis, tixo'ðjoktria] άτομο που εκμεταλλεύεται τις περιστάσεις για να προχωρήσει aventurier/-ière Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|