| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.483.667 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τόνος |
0,01 sec. |
|
τόνος accent, stress, tone, ton, tunny, tuna accent, thon, tonne Thunfisch, Tonne acento, atún, tonelada سمك التونة, طُنْ tuna, tuňák ton, tun tonni, tonnikala tona, tuna tonnellata, tonno トン, マグロ 참치, 톤 ton, tonijn tonn, tunfisk tona, tuńczyk atum, tonelada тонна, тунец ton, tonfisk ปลาทูน่า, หน่วยน้ำหนักเท่ากับสองพันสองร้อยสี่สิบปอนด์ ton, ton balığı cá ngừ, một tấn Anh 吨, 金枪鱼 ουσ α τόνος ['tonos] 2 η ειδική έκφραση της φωνής ton υψώνω τον τόνο της φωνής μου hausser le ton (de ma voix) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|