| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.247.491 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τύπος |
0,04 sec. |
|
τύπος Formel, Presse, Typ, Kerl formula, guy, press, type, fellow, sort, version, bloke tipo, prensa, tío formule, presse, type, zig, zigue, genre, mec فتى, فَتى, نَشْر, نوع chlápek, lis, typ fyr, presse, type heppu, kundi, puristin, tyyppi muškarac, tip, tisak stampa, tipo, tizio プレス機, 男, 種類 남자, 녀석, 압축기계, 유형 kerel, pers, type, vent fyr, presse, type facet, prasa, typ prensa, rapaz, sujeito, tipo парень, пресс, тип kille, press, typ เครื่องบีบอัด, ผู้ชาย, รูปแบบ adam, herif, pres, tip anh chàng, gã, loại, máy ép 伙计, 小子, 新闻, 类型 ουσ α τύπος ['tipos] 1 είδος type; sorte διάφοροι τύποι ντυσίματος différents types d'habillement 4 τα έντυπα ενημέρωσης presse ανακοίνωση τύπου un communiqué de presse α πληθυντικός τύποι ['tipi] η εξωτερική συμπεριφορά apparences Δε δίνω σημασία στους τύπους. Je ne m'arrête pas aux apparences. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|