| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.428.742 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τύχη |
0,02 sec. |
|
τύχη chance, fate, lot, luck, fortune chance, fortune, hasard fortuna slump, förmögenhet, tur حظ, حظ سعيد štěstí formue, held Glück, Vermögen fortuna, suerte omaisuus, onni sreća 大金, 運 운명, 재산 fortuin, geluk formue, hell fortuna, szczęście fortuna, sorte везение, состояние โชค, ทรัพย์สมบัติมากมาย şans, servet tài sản to lớn, vận may 财富, 运气 ουσ θ τύχη ['tiçi] 1 καλή μοίρα chance έχω τύχη avoir de la chance 2 η μοίρα, το μέλλον hasard; chance δοκιμάζω την τύχη μου tenter sa chance πηγαίνω κόντραενάντια στην τύχη μου aller à l'encontre de son destin Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|