Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.923.157 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τύχη

0,03 sec.
τύχη chance, fate, lot, luck, fortune chance, fortune, hasard fortuna slump, förmögenhet, tur حظ, حظ سعيد štěstí formue, held Glück, Vermögen fortuna, suerte omaisuus, onni sreća 大金, 運 운명, 재산 fortuin, geluk formue, hell fortuna, szczęście fortuna, sorte везение, состояние โชค, ทรัพย์สมบัติมากมาย şans, servet tài sản to lớn, vận may 财富, 运气
ουσ θ τύχη ['tiçi]
1 καλή μοίρα chance
έχω τύχη avoir de la chance
2 η μοίρα, το μέλλον hasard; chance
αφήνω κτ στην τύχη laisser qqch au hasard
δοκιμάζω την τύχη μου tenter sa chance
πηγαίνω κόντραενάντια στην τύχη μου aller à l'encontre de son destin


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.