| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.518.443 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τώρα |
0,01 sec. |
|
|
τώρα nu jetzt now ahora, ya nyt actuellement, maintenant ora 今, 現在 nunc nu nå agora, já acum сейчас nu الآن nyní sada 지금 teraz เดี๋ยวนี้ şimdi bây giờ 现在 Сега 現在
επίρρ τώρα ['tora] 1 αμέσως, αυτή τη στιγμή maintenant Τώρα πρέπει να τηλεφωνήσεις. C'est maintenant que tu dois téléphoner. Πάω τώρα να δουλέψω. Je vais travailler maintenant. Πέρασε μόλις τώρα. Il est passé juste à l'instant. 2 κατά τη σημερινή εποχή maintenantaujourd'hui Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|