| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.805.431 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υγρός |
0,01 sec. |
|
υγρός liquid, wet, damp, humid, moist, watery húmedo, líquido humide, liquide, moite mokry, wilgotny жидкий, мокрый, влажный, сырой رَطِب, مُبْتَل, نَدِي vlhký fugtig feucht, schwül kostea vlažan umido 湿った, 湿気のある 습기 찬, 축축한 vochtig fuktig húmido, úmido fuktig ชื้น ıslak, nemli ẩm ướt 潮湿的 επίθ α / θ / ουδ υγρός, υγρή, υγρό [i'ɣros, i'ɣri, i'ɣro] 1 για σώμα που δεν είναι στερεό ή αέριο liquide υγρή σύσταση une consistance liquide ουσ ουδ υγρό υγρό σώμα liquide Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|