| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.749.029 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υδρόγειος |
0,02 sec. |
|
υδρόγειος ουσ θ υδρόγειος (σφαίρα) [i'ðroʝios 'sfera] 1 σφαίρα με παγκόσμιο χάρτη globe (terrestre) Πήρα μια υδρόγειο σφαίρα για δώρο. J'ai reçu un globe terrestre comme cadeau. 2 η Γή globe (terrestre) αναπαράσταση της υδρόγειας σφαίρας une représentation du globe terrestre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|