| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.837.459 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υιοθετώ |
0,02 sec. |
|
υιοθετώ adopt, foster adopter يَتَبَنى adoptovat tillægge (sig) adoptieren adoptar adoptoida usvojiti adottare 養子にする 입양하다 adopteren adoptere zaadoptować adoptar, adotar усыновлять adoptera รับเอามา evlat edinmek nhận làm con nuôi 收养 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|