| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.323.827 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
υπ |
0,01 sec. |
|
υπ επίθ α / θ / ουδ υπ (ο), ανάπτυκτος, υπανάπτυκτη, υπανάπτυκτο [ipοa'naptiktos, ipa'naptikti, ipa'naptikto] σε καθυστερημένη φάση οικονομικής ανάπτυξης sous-développé/-ée υπανάπτυκτη κοινωνία une société sous-développée |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|