| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.540.768 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
υπαινιγμός |
0,02 sec. |
|
|
υπαινιγμός Anspielung, Andeutung allusion, insinuation, sous-entendu, indice allusion, hint, innuendo, insinuation تلميح narážka praj insinuación vihje nagovještaj suggerimento ヒント 힌트 hint hint podpowiedź dica намек vink การบอกใบ้ ima gợi ý 暗示
ουσ α υπαινιγμός [ipeniɣ'mos] υπονοούμενο, σπόντα allusion; sous-entendu κάνω υπαινιγμό sous-entendre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|