| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.614.075 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υπακοή |
0,03 sec. |
|
υπακοή allegiance ουσ θ υπακοή [ipako'i] το να υπακούω obéissance; docilité τυφλή υπακοή une obéissance aveugleune docilité totale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|