| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.275.152 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υπ |
0,02 sec. |
|
υπ επίθ α / θ / ουδ υπ (ο), ανάπτυκτος, υπανάπτυκτη, υπανάπτυκτο [ipοa'naptiktos, ipa'naptikti, ipa'naptikto] σε καθυστερημένη φάση οικονομικής ανάπτυξης sous-développé/-ée υπανάπτυκτη κοινωνία une société sous-développée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|