Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.380.967 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

υπεκφεύγω

0,03 sec.
υπεκφεύγω fudge, prevaricate, put off
υπεκφεύγω يُطْفِئ
υπεκφεύγω odložit
υπεκφεύγω udsætte
υπεκφεύγω aufschieben
υπεκφεύγω posponer
υπεκφεύγω siirtää myöhemmäksi
υπεκφεύγω ajourner
υπεκφεύγω odbiti
υπεκφεύγω rimandare
υπεκφεύγω 延期する
υπεκφεύγω 연기하다
υπεκφεύγω uitstellen
υπεκφεύγω utsette
υπεκφεύγω odłożyć
υπεκφεύγω adiar
υπεκφεύγω откладывать
υπεκφεύγω skjuta upp
υπεκφεύγω เลื่อนออกไป
υπεκφεύγω ertelemek
υπεκφεύγω hoãn
υπεκφεύγω 推迟


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.