| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.380.967 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υπεκφεύγω |
0,03 sec. |
|
υπεκφεύγω fudge, prevaricate, put off υπεκφεύγω يُطْفِئ υπεκφεύγω odložit υπεκφεύγω udsætte υπεκφεύγω aufschieben υπεκφεύγω posponer υπεκφεύγω siirtää myöhemmäksi υπεκφεύγω ajourner υπεκφεύγω odbiti υπεκφεύγω rimandare υπεκφεύγω 延期する υπεκφεύγω 연기하다 υπεκφεύγω uitstellen υπεκφεύγω utsette υπεκφεύγω odłożyć υπεκφεύγω adiar υπεκφεύγω откладывать υπεκφεύγω skjuta upp υπεκφεύγω เลื่อนออกไป υπεκφεύγω ertelemek υπεκφεύγω hoãn υπεκφεύγω 推迟 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|