| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.213.184 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υπερασπίζομαι |
0,01 sec. |
|
υπερασπίζομαι advocate, defend, plead, stand up for υπερασπίζομαι défendre υπερασπίζομαι يُدافع υπερασπίζομαι ochránit υπερασπίζομαι forsvare υπερασπίζομαι verteidigen υπερασπίζομαι defender υπερασπίζομαι puolustaa υπερασπίζομαι braniti υπερασπίζομαι difendere υπερασπίζομαι 防御する υπερασπίζομαι 방어하다 υπερασπίζομαι verdedigen υπερασπίζομαι forsvare υπερασπίζομαι obronić υπερασπίζομαι defender υπερασπίζομαι защищать υπερασπίζομαι försvara υπερασπίζομαι แก้ตัว υπερασπίζομαι savunmak υπερασπίζομαι bảo vệ υπερασπίζομαι 保卫 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|