| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.543.260 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
υπερβολή |
0,02 sec. |
|
|
υπερβολή exaggeration, hyperbola, hyperbole, hype, superlative اغراق exagération, hyperbole مبالغة přehánění overdrivelse Übertreibung exageración liioittelu pretjerivanje esagerazione 誇張 과장 overdrijving overdrivelse wyolbrzymienie exagero преувеличение överdrift การพูดเกินความจริง abartı sự phóng đại 夸张 誇張 הגזמה
ουσ θ υπερβολή [ipervo'li] το να υπερβάλλει κν exagération Ας αφήσουμε όλες αυτές τις υπερβολές. Laissons de côté toutes ces exagérations. χωρίς υπερβολή sans exagération Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|