| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.374.613 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
υπερβολή |
0,01 sec. |
|
υπερβολή exaggeration, hyperbola, hyperbole, hype, superlative اغراق exagération, hyperbole مبالغة přehánění overdrivelse Übertreibung exageración liioittelu pretjerivanje esagerazione 誇張 과장 overdrijving overdrivelse wyolbrzymienie exagero преувеличение överdrift การพูดเกินความจริง abartı sự phóng đại 夸张 ουσ θ υπερβολή [ipervo'li] το να υπερβάλλει κν exagération Ας αφήσουμε όλες αυτές τις υπερβολές. Laissons de côté toutes ces exagérations. χωρίς υπερβολή sans exagération |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|