Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.543.698 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

υπερβολική ταχύτητα

0,03 sec.
υπερβολική ταχύτητα زيادة السرعة
υπερβολική ταχύτητα zrychlování
υπερβολική ταχύτητα fartoverskridelse
υπερβολική ταχύτητα Geschwindigkeitsüberschreitung
υπερβολική ταχύτητα speeding
υπερβολική ταχύτητα exceso de velocidad
υπερβολική ταχύτητα ylinopeus
υπερβολική ταχύτητα excès de vitesse
υπερβολική ταχύτητα prebrza vožnja
υπερβολική ταχύτητα eccesso di velocità
υπερβολική ταχύτητα 高速進行
υπερβολική ταχύτητα 속도내기
υπερβολική ταχύτητα het te hard rijden
υπερβολική ταχύτητα fartsoverskridelse
υπερβολική ταχύτητα przekroczenie (dozwolonej) prędkości
υπερβολική ταχύτητα excesso de velocidade
υπερβολική ταχύτητα езда с недозволенной скоростью
υπερβολική ταχύτητα fortkörning
υπερβολική ταχύτητα อัตราความเร็ว
υπερβολική ταχύτητα hız yapmak
υπερβολική ταχύτητα chạy quá tốc độ cho phép
υπερβολική ταχύτητα 超速


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.