| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.703.192 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υπερεκτιμώ |
0,02 sec. |
|
υπερεκτιμώ overestimate, overrate يُغَالي في التقدير přecenit overvurdere überschätzen sobrestimar yliarvioida surestimer precijeniti sopravvalutare 過大評価する 과대 평가하다 overschatten overvurdering przecenić wartość sobrestimar, superestimar переоценивать överskatta ประเมินมากเกินไป gözünde büyütmek đánh giá quá cao 估计过高 ρ μετβ υπερεκτιμώ [iperekti'mo] δίνω περισσότερη αξία σε κπ ή κτ απ' ό,τι πρέπει surestimer υπερεκτιμώ τις δυνάμεις μου surestimer ses forces Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|