| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.550.925 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
υπεροχή |
0,01 sec. |
|
|
υπεροχή superiority, supremacy, excellence, primacy supériorité, suprématie trascendencia превъзходство
ουσ θ υπεροχή [ipero'çi] η ανωτερότητα supériorité; prédominance εκλογική υπεροχή supériorité électorale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|