| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.359.293 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υπεροχή |
0,01 sec. |
|
υπεροχή superiority, supremacy, excellence, primacy supériorité, suprématie trascendencia ουσ θ υπεροχή [ipero'çi] η ανωτερότητα supériorité; prédominance εκλογική υπεροχή supériorité électorale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|