| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.399.072 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υπερτίμηση |
0,01 sec. |
|
υπερτίμηση ουσ θ υπερτίμηση [iper'timisi] 1 η υπερβολικά θετική αξιολόγηση surestimation η υπερτίμηση των ικανοτήτων μου la surestimation de ses capacités 2 η απότομη αύξηση των τιμών surévaluation η υπερτίμηση του ευρώ la surévaluation de l'euro Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|