Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.070.234 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

υπηρέτρια

0,04 sec.
υπηρέτρια maid, servant
υπηρέτρια bonne
υπηρέτρια خادمة
υπηρέτρια služebná
υπηρέτρια tjenestepige
υπηρέτρια Dienstmädchen
υπηρέτρια criada
υπηρέτρια palvelijatar
υπηρέτρια sobarica
υπηρέτρια cameriera
υπηρέτρια お手伝い
υπηρέτρια 하녀
υπηρέτρια dienstmeisje
υπηρέτρια tjenestepike
υπηρέτρια służąca
υπηρέτρια empregada doméstica
υπηρέτρια служанка
υπηρέτρια hembiträde
υπηρέτρια สาวใช้
υπηρέτρια hizmetçi kadın
υπηρέτρια người hầu gái
υπηρέτρια 女仆


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.