Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.800.569.931 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

υπηρετώ

0,02 sec.
υπηρετώ serve servir يَخدِم sloužit tjene dienen servir palvella služiti servire 仕える 섬기다 serveren servere obsłużyć servir обслуживать tjäna บริการ hizmet etmek phục vụ 服务
ρ μετβ υπηρετώ [ipire'to]
1 είμαι υπηρέτης être la bonne de qqn
Θέλει κάποιον να τον υπηρετεί. Ιl a plutôt besoin d'une bonne.
2 εργάζομαι για κπ être au serviceêtre employé/-ée
υπηρετώ το Κράτος être au service de l'Étatêtre employé par l'État
3 εξυπηρετώ servir
υπηρετώ τα συμφέροντα κάποιου servir les intérêts de qqn
4 κάνω το στρατιωτικό μου faire son service (militaire)
υπηρετώ στο ναυτικό faire son service militaire dans la marine


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.