| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.696.058 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υποβάθμιση |
0,01 sec. |
|
υποβάθμιση ουσ θ υποβάθμιση [ipo'vaθmisi] το να υποβαθμίζεται κτ dévaluation; sous-estimation η υποβάθμιση νομίσματος la dévaluation d'une monnaie η υποβάθμιση ενός προβλήματος la sous-estimation d'un problème Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|