| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.262.934 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υποβαθμίζω |
0,02 sec. |
|
υποβαθμίζω degrade, demote ρ μετβ υποβαθμίζω [ipovaθ'mizo] υποβιβάζω sous-estimerdévaloriser υποβαθμίζω τη σημασία προβλήματος sous-estimer l'importance d'un problème υποβαθμίζω κπ στα μάτια κάποιου rabaisser qqn aux yeux de qqn ρ μεσοπαθ υποβαθμίζομαι [ipovaθ'mizome] se sous-estimerse rabaisser Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|