| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.299.259 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υποκλίνομαι |
0,02 sec. |
|
υποκλίνομαι bow انحناء uklonit (se) bukke verbeugen doblarse, hacer una reverencia kumartaa s’incliner nagnuti se piegarsi お辞儀をする 절하다 buigen bukke ukłonić się curvar-se em sinal de respeito кланяться buga (sig) คำนับ baş eğme cúi chào 鞠躬 ρ μεσοπαθ υποκλίνομαι [ipo'klinome] κάνω υπόκλιση s'inclinerfaire une révérence Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|