| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.244.642 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υπομονετικός |
0,02 sec. |
|
υπομονετικός patient patient صبور trpělivý tålmodig geduldig paciente kärsivällinen strpljiv paziente 忍耐強い 인내심이 있는 geduldig tålmodig cierpliwy paciente терпеливый tålmodig อดทน sabırlı kiên nhẫn 耐心的 επίθ α / θ / ουδ υπομονετικός, υπομονετική, υπομονετικό [ipomoneti'kos, ipomoneti'ci, imoneti'ko] που κάνει υπομονή patient/-iente Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|