Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.334.012 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

υποστηρίζω

0,01 sec.
υποστηρίζω assert, back, maintain, submit, support, sustain, back up يدعم podepřít, podpořit støtte unterstützen apoyar, respaldar tukea soutenir podržati appoggiare, sostenere 支える, 支援する 지원하다, 후원하다 ondersteunen støtte poprzeć, potwierdzić apoiar поддерживать stödja สนับสนุน destek olmak, desteklemek hỗ trợ, ủng hộ 支持
ρ μετβ υποστηρίζω [iposti'rizo]
1 βοηθάω donner un coup de main
Υποστηρίζω την οικογένειά μου. Je soutiens ma famille.
2 είμαι οπαδός soutenir
υποστηρίζω ένα κόμμαμία ομάδα soutenir un parti/une équipe
3 ισχυρίζομαι soutenir
Υποστηρίζει ότι είναι αθώος. Il soutient qu'il est innocent.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.