| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.580.916 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
υπουργικός |
0,02 sec. |
|
|
υπουργικός ministerial ministériel
επίθ α / θ / ουδ υπουργικός, υπουργική, υπουργικό [ipurʝi'kos, ipurʝi'ci, ipurʝi'ko] σχετικός με τον υπουργό ή τους υπουργούς ministériel/-elle το υπουργικό συμβούλιο le conseil ministériel Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|