Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.694.028 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

υποφέρω

0,02 sec.
υποφέρω bear, suffer souffrir, supporter يُعانْي vytrpět lide leiden sufrir kärsiä patiti soffrire 被る 괴로워하다 lijden lide znieść sofrer страдать lida av ทนทุกข์ทรมาณ acı çekmek chịu đựng 遭受
ρ μετβ υποφέρω [ipo'fero]
ανέχομαι supporter
Δεν μπορώ να τον υποφέρω. Je ne peux pas le supporter.
ρ αμετβ υποφέρω
1 πάσχω souffrir
υποφέρω από ρευματικά souffrir de rhumatisme
2 πονάω souffrir
Κάντε κάτι να μην υποφέρει. Faites qqch pour qu'il ne souffre plus.
3 περνάω πολύ άσχημα souffrir
Υπέφερα στις διακοπές. J'ai souffert pendant les vacances.
ρ μεσοπαθ υποφέρομαι [ipo'ferome]
Δεν υποφέρεται!
δεν μπορεί να τον ανεχτεί κν Il est insupportable !


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.