| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.581.355 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
υποφέρω |
0,02 sec. |
|
|
υποφέρω bear, suffer souffrir, supporter يُعانْي vytrpět lide leiden sufrir kärsiä patiti soffrire 被る 괴로워하다 lijden lide znieść sofrer страдать lida av ทนทุกข์ทรมาณ acı çekmek chịu đựng 遭受
ρ αμετβ υποφέρω 1 πάσχω souffrir υποφέρω από ρευματικά souffrir de rhumatisme ρ μεσοπαθ υποφέρομαι [ipo'ferome] Δεν υποφέρεται! δεν μπορεί να τον ανεχτεί κν Il est insupportable ! Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|