| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.601.303 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υποφερτός |
0,01 sec. |
|
υποφερτός tolerable επίθ α / θ / ουδ υποφερτός, υποφερτή, υποφερτό [ipofer'tos, ipofer'ti, ipofer'to] που μπορεί κν να τον ανεχτεί supportabletolérable Η ζέστη είναι υποφερτή σήμερα. La chaleur est supportable aujourd'hui. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|