| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.581.574 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
υποχρέωση |
0,01 sec. |
|
|
υποχρέωση obligation, engagement ارتباط schůzka aftale Verlobung compromiso, obligación tapaaminen fiançailles zaruke fidanzamento 約束 약속 verloving forlovelse zobowiązanie compromisso, obrigação встреча förlovning การหมั้น randevu sự hứa hôn 约会, 义务 義務
ουσ θ υποχρέωση [ipo'xreosi] 1 το καθήκον, το χρέος obligation 2 οφειλή engagement έχω υποχρέωση απέναντι σε κπ avoir un engagement vis-à-vis de qqn 3 δέσμευση impératif; obligation Έχω πολλές επαγγελματικές υποχρεώσεις. J'ai beaucoup d'impératifs professionnels. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|