| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.306.736 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υποχρεωτικός |
0,02 sec. |
|
υποχρεωτικός compulsory, obligatory إلزامى povinný tvungen obligatorisch obligatorio pakollinen obligatoire prisilan obbligatorio 強制的な 강제적인 verplicht obligatorisk przymusowy obrigatório обязательный tvingande ที่บังคับ zorunlu bắt buộc 必须做的 επίθ α / θ / ουδ υποχρεωτικός, υποχρεωτική, υποχρεωτικό [ipoxreoti'kos, ipoxreoti'ci, ipoxreoti'ko] αναγκαστικός obligatoireforcé/-ée υποχρεωτική προσγείωση un atterrissage forcé υποχρεωτική παιδεία l'instruction obligatoire επίρρ υποχρεωτικά [ipoxreoti'ka] obligatoirement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|