| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.581.804 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
υποχωρητικός |
0,02 sec. |
|
|
υποχωρητικός regressiv regressive, yielding régressif
επίθ α υποχωρητικός, υποχωρητική, υποχωρητικό [ipoxoriti'kos, ipoxoriti'ci, ipoxoriti'ko] που έχει την τάση να κάνει υποχωρήσεις conciliant/-iantequi fait des concessions υποχωρητική συμπεριφορά un comportement conciliant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|