| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.553.771 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υποψηφιότητα |
0,02 sec. |
|
υποψηφιότητα candidacy, nomination candidature ουσ θ υποψηφιότητα [ipopsifi'otita] συμμετοχή κάποιου ως υποψηφίου candidature βάζω υποψηφιότητα poser sa candidature Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|