| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.591.873 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
υπόγειος |
0,02 sec. |
|
|
υπόγειος subterranean, underground
επίθ α / θ / ουδ υπόγειος, υπόγεια, υπόγειο [i'poʝios, i'poʝia, i'poʝio] 1 που βρίσκεται κάτω από τη γη souterrain/-aine ο υπόγειος σιδηρόδρομος le chemin de fer souterrain ουσ ουδ υπόγειο το μέρος του σπιτιού που βρίσκεται κάτω από το ισόγειο sous-sol επίρρ υπόγεια secrètementde façon sournoise δρω υπόγεια agir secrètement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|