Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.332.659 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

υπόθεση

0,01 sec.
υπόθεση affair, assumption, case, hypothèse, hypothesis, supposition, business, matter affaire, hypothèse, aventure hipótesis, asunto شأن záležitost affære Angelegenheit tapahtuma stvar questione 事柄 zaak affære sprawa assunto дело affär สถานะการณ์ที่ได้รับการจัดการ olay vấn đề 事务
ουσ θ υπόθεση [i'poθesi]
1 το να υποθέτω κτ hypothèse; supposition
κάνω την υπόθεση ότι supposer queémettre l'hypothèse que
Eγώ απλά εξέφρασα μια υπόθεση σχετικά με το θέμα. Moi, j'ai tout simplement émis une hypothèse à ce sujet.
2 το θέμα, το ζήτημα affaire
προσωπική υπόθεση une affaire personnelle
δικαστική υπόθεση une affaire judiciaire
3 η ιστορία intrigue
υπόθεση έργου l'intrigue du film


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.