| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.966.145 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υπόνομος |
0,04 sec. |
|
υπόνομος drain, sewer بالوعة kanál kloak Abwasserkanal alcantarilla viemäri égout kaalizacijski odvod fogna 下水 하수구 riool kloakk ściek costureiro сточная труба kloak ท่อน้ำเสีย lağım borusu cống rãnh 缝纫者 ουσ α υπόνομος [i'ponomos] το υπόγειο δίκτυο βρόμικων νερών égout Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|