| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.278.144 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
υφιστάμενος |
0,02 sec. |
|
υφιστάμενος junior, subaltern, subordinate, underling, inferior υφιστάμενος مرؤوس υφιστάμενος podřízený υφιστάμενος underordnet υφιστάμενος Untergebener υφιστάμενος inferior υφιστάμενος alempiarvoinen henkilö υφιστάμενος inférieur υφιστάμενος podređeni υφιστάμενος inferiore υφιστάμενος 目下の者 υφιστάμενος 손아랫사람 υφιστάμενος ondergeschikte υφιστάμενος underordnet υφιστάμενος podwładny υφιστάμενος inferior υφιστάμενος подчиненный υφιστάμενος underordnad υφιστάμενος ผู้ด้อยกว่า υφιστάμενος ast υφιστάμενος thuộc cấp υφιστάμενος 下级 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|