| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.722.893.213 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φέρνω |
0,02 sec. |
|
φέρνω bring bringen amener, apporter привезти, приносить يُحضِر přinést bringe traer tuoda donijeti portare 持ってくる 가져오다 brengen ta med przynieść trazer hämta นำมา getirmek mang lại 带来 ρ μετβ φέρνω ['ferno] 1 παίρνω κτ και το πηγαίνω κάπου αλλού apporter 2 οδηγώ κπ faire venir Τον έφερα στο σπίτι. Je l'ai fait venir à la maison. φέρνω κτ στην επιφάνεια/στο φως φανερώνω dévoiler Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|