| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.852.479 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φαίνομαι |
0,01 sec. |
|
φαίνομαι appear, seem, look paraître, surgir, sembler يَبْدو zdát (se) synes scheinen parecer vaikuttaa joltakin činiti se sembrare ように思われる 보이다 schijnen synes wydać się parecer казаться verka ที่ปรากฏ görünmek dường như 似乎 ρ μεσοπαθ φαίνομαι ['fenome] 1 διακρίνομαι se voirapparaître 2 εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι apparaître Ένας σκύλος φάνηκε ξαφνικά. Un chien a surgi soudainement. Έχει να φανεί καιρό. On ne l'a plus vu depuis longtemps. 3 δείχνω, δίνω την εντύπωση avoir l'airsembler Φαίνεται αναπαυτικός ο καναπές. Ce canapé a l'air confortable. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|