| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.787.877 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φακός |
0,03 sec. |
|
φακός lentille, verre, torche lens, torch, flashlight عدسة, كشاف كهربائي, وميض baterka, blesk, čočka fakkel, linse, lommelygte Blitzlicht, Linse, Taschenlampe lente, linterna linssi, salamavalo, taskulamppu baterijska svjetiljka, leća lente, pila tascabile, torcia レンズ, 懐中電灯 렌즈, 손전등, 플래시 lens, zaklamp, zaklantaarn linse, lommelykt flesz, pochodnia, soczewka flash, lanterna de mão, lente линза, сигнальный огонь, факел ficklampa, lins เลนส์ตา, ไฟฉาย el feneri, flaş, lens đèn flash, đèn pin, ống kính 手电筒, 镜头 ουσ α φακός [fa'kos] 1 διαφανές αντικείμενο που αλλάζει την πορεία του φωτός lentille κοίλος φακός une lentille concave 2 εξάρτημα που βελτιώνει την όραση verre; lentille διορθωτικοί φακοί des verres correcteurs φακοί επαφής des lentilles de contact Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|