| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.619.241 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
φανερός |
0,02 sec. |
|
|
φανερός obvious, overt ברור
επίθ α / θ / ουδ φανερός, φανερή, φανερό [fane'ros, fane'ri, fane'ro] επίρρ φανερά [fane'ra] visiblementmanifestement Eίναι φανερά εξαντλημένοι. Ils sont visiblement épuisés. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|